πιθανός

πιθανός
3 убедительный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πιθανός" в других словарях:

  • πιθανός — persuasive masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανός — ή, ό / πιθανός, ή, όν, ΝΑ 1. (για λογικά επιχειρήματα) αυτός που πείθει, πειστικός («σφόδρα πιθανὸς ὤν, ὅv ὁ Σωκράτης ἔλεγε λόγον» Πλάτ.) 2. (για λόγους, γνώμες, απόψεις) αληθοφανής, όχι βέβαιος αλλά που παρουσιάζεται ως πιστευτός, ευλογοφανής,… …   Dictionary of Greek

  • πιθανός — [питанос] ек. вероятный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πιθανός — ή, ό 1. εκείνος που είναι δυνατό να γίνει ή να μη γίνει, ο ενδεχόμενος, που θεωρείται ως αληθινός: Είναι πιθανή η επιτυχία. 2. απρόσ., είναι πιθανό, ενδέχεται, μπορεί: Πιθανό να έλθει γρήγορα από το ταξίδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιθανά — πιθανός persuasive neut nom/voc/acc pl πιθανά̱ , πιθανός persuasive fem nom/voc/acc dual πιθανά̱ , πιθανός persuasive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανώτερον — πιθανός persuasive adverbial comp πιθανός persuasive masc acc comp sg πιθανός persuasive neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανωτάτω — πιθανός persuasive masc/neut nom/voc/acc superl dual πιθανός persuasive masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανωτάτων — πιθανός persuasive fem gen superl pl πιθανός persuasive masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανωτέραις — πιθανός persuasive fem dat comp pl πιθανωτέρᾱͅς , πιθανός persuasive fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανωτέρων — πιθανός persuasive fem gen comp pl πιθανός persuasive masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιθανῶν — πιθανός persuasive fem gen pl πιθανός persuasive masc/neut gen pl πιθανόω make probable pres part act masc voc sg (doric aeolic) πιθανόω make probable pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) πιθανόω make probable pres part act masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»